ζωστήρι

ζωστήρι
το см. ζωνάρι

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ζωστήρι" в других словарях:

  • ζωστήρι — και ζωστάρι, το ζωνάρι, ζώνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. τού ζωστήρας*] …   Dictionary of Greek

  • Ζωστῆρι — Ζωστήρ a warrior s belt masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωστῆρι — ζωστήρ a warrior s belt masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέργω — και επικ. τ. συνεέργω και αττ. τ. συνείργνυμι και αχρ. τ. συνείργω Α 1. περικλείω, συγκλείω («ὅσον συνεέργαθον ἄκραι», Ομ. Ιλ.) 2. περιστέλλω, περιορίζω («συνέργει τὸ πλῆθος τῆς σαρκός») 3. συνάπτω, συνδέω 4. ζώνω («ζωστῆρι... συνέεργε χιτῶνα»,… …   Dictionary of Greek

  • Ζωστῆρ' — Ζωστῆρα , Ζωστήρ a warrior s belt masc acc sg Ζωστῆρι , Ζωστήρ a warrior s belt masc dat sg Ζωστῆρε , Ζωστήρ a warrior s belt masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωστῆρ' — ζωστῆρα , ζωστήρ a warrior s belt masc acc sg ζωστῆρι , ζωστήρ a warrior s belt masc dat sg ζωστῆρε , ζωστήρ a warrior s belt masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»